ΔΙΕΘΝΗ

Ιράν: Γιατί η οικονομική «D-Day» του Τραμπ μπορεί να αποτύχει

Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώσει υπό κυρώσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν

Ιράν: Γιατί η οικονομική «D-Day» του Τραμπ μπορεί να αποτύχει

Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώσει υπό κυρώσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν να πείσουν τους εμπορικούς εταίρους της να εγκαταλείψουν το Ιράν

ΗΟυάσινγκτον επιβάλλει και πάλι οικονομικές κυρώσεις για να πετύχει όσα δεν κατάφερε με τη στρατιωτική πίεση. Όμως η νέα εκστρατεία κατά της Τεχεράνης έχει ένα βασικό πρόβλημα: το Ιράν έχει μάθει να ζει με τις κυρώσεις, ενώ η Κίνα και άλλοι σημαντικοί εμπορικοί εταίροι της δεν είναι εύκολο να υπακούσουν στις αμερικανικές απαιτήσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να κλείσει κάθε οικονομική δίοδο προς το Ιράν, από τις πωλήσεις πετρελαίου και τις τραπεζικές συναλλαγές έως τον χρυσό, τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία και τη ναυτιλία.

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρουσίασε τη νέα εκστρατεία ως «οικονομική D-Day», θέλοντας να σηματοδοτήσει μια αποφασιστική επίθεση στις οικονομικές αντοχές της Τεχεράνης.

Το Ιράν έχει ήδη ζήσει δεκαετίες κυρώσεων

Η βασική αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής είναι ότι δεν ξεκινά από το μηδέν.

Το Ιράν βρίσκεται υπό αμερικανική οικονομική πίεση σχεδόν αδιάλειπτα από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Σε αυτές τις δεκαετίες η Τεχεράνη έχει δημιουργήσει μηχανισμούς για να παρακάμπτει τις κυρώσεις, να διοχετεύει το πετρέλαιό της σε τρίτες αγορές και να πραγματοποιεί συναλλαγές εκτός του δυτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις είναι ανώδυνες. Η ιρανική οικονομία έχει υποστεί τεράστια ζημιά. Το ριάλ έχει καταρρεύσει, ο πληθωρισμός πιέζει τα νοικοκυριά και η πρόσβαση σε βασικά αγαθά γίνεται δυσκολότερη.

Όμως εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην οικονομική πίεση και στην πολιτική αποτελεσματικότητα: μια οικονομία μπορεί να αποδυναμωθεί χωρίς το καθεστώς να καταρρεύσει.

Η Κίνα είναι το μεγάλο εμπόδιο

Το σημαντικότερο εμπόδιο για την Ουάσινγκτον είναι η Κίνα.

Το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν και ο βασικός αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του International Trade Centre, η Κίνα απορρόφησε το 26,9% των ιρανικών εξαγωγών το 2025, ενώ οι πραγματικές ποσότητες του πετρελαίου που καταλήγουν στην κινεζική αγορά εκτιμάται ότι είναι ακόμη μεγαλύτερες από εκείνες που εμφανίζονται στα επίσημα εμπορικά δεδομένα.

Αυτό δημιουργεί μια μεγάλη τρύπα στο αμερικανικό σχέδιο.

Η Ουάσινγκτον μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σε ιρανικές επιχειρήσεις. Μπορεί να μπλοκάρει τράπεζες. Μπορεί να κυνηγήσει πλοία και μεσάζοντες. Για να σταματήσει όμως πραγματικά τη ροή του ιρανικού πετρελαίου, θα πρέπει να πιέσει και τους Κινέζους αγοραστές.

Εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο δύσκολα.

Θα συγκρουστεί ο Τραμπ με το Πεκίνο;

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη σοβαρές διαφωνίες με την Κίνα για το εμπόριο, την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και την Ταϊβάν.

Η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο θα άνοιγε ένα ακόμη μέτωπο.

Το Πεκίνο έχει ήδη δηλώσει ότι αντιτίθεται στις αμερικανικές «μονομερείς κυρώσεις» και ότι θα προστατεύσει τα δικά του συμφέροντα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Ουάσινγκτον εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτική. Ο Μπέσεντ απείλησε με δευτερογενείς κυρώσεις τις χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν, αλλά απέφυγε να κατονομάσει την Κίνα.

Η παράλειψη είναι αποκαλυπτική.

Η αμερικανική κυβέρνηση γνωρίζει ότι άλλο είναι να απειλεί μια μικρότερη οικονομία και άλλο να επιχειρεί να αναγκάσει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου να διακόψει μια εμπορική σχέση που εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα.

Οι κυρώσεις εξαρτώνται από τους άλλους

Αυτό είναι το δεύτερο πρόβλημα της νέας στρατηγικής.

Οι κυρώσεις λειτουργούν καλύτερα όταν υπάρχει ευρεία διεθνής συνεργασία. Όταν όμως σημαντικές χώρες αποφασίζουν να τις παρακάμψουν, η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται.

Το Ιράν έχει εμπορικούς δεσμούς όχι μόνο με την Κίνα αλλά και με την Τουρκία, τη Ρωσία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Πακιστάν και άλλες χώρες.

Η Τουρκία, για παράδειγμα, είναι ταυτόχρονα μέλος του ΝΑΤΟ και γειτονική χώρα του Ιράν. Δεν μπορεί εύκολα να εγκαταλείψει τις οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη χωρίς να υποστεί και η ίδια κόστος.

Η Ρωσία έχει ήδη αναπτύξει εκτεταμένους μηχανισμούς παράκαμψης των δυτικών κυρώσεων.

Το Πακιστάν, παρά τις σχέσεις του με την Ουάσινγκτον, διατηρεί οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν και αντιμετωπίζει στα σύνορά του ένα εκτεταμένο ανεπίσημο εμπόριο.

Όσο περισσότερες χώρες εξακολουθούν να αγοράζουν ιρανικά προϊόντα ή να παρέχουν στην Τεχεράνη οικονομικές υπηρεσίες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να επιτευχθεί πλήρης οικονομικός αποκλεισμός.

Η οικονομική πίεση μπορεί να χτυπήσει τους πολίτες

Υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα, ίσως ακόμη πιο σοβαρό.

Οι κυρώσεις δεν πλήττουν αποκλειστικά την κυβέρνηση.

Ο χρυσός, τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, η τεχνολογία, η αεροπορία και η ναυτιλία που βρίσκονται στο στόχαστρο των ΗΠΑ δεν είναι μόνο εργαλεία του ιρανικού κράτους. Είναι και μηχανισμοί που χρησιμοποιούν οι πολίτες για να προστατεύουν τις αποταμιεύσεις τους, να επικοινωνούν με το εξωτερικό, να ταξιδεύουν και να προμηθεύονται βασικά αγαθά.

Η μεγαλύτερη οικονομική πίεση μπορεί επομένως να επιβαρύνει περισσότερο την κοινωνία χωρίς να αναγκάσει την ηγεσία να αλλάξει στάση.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα που έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στην ιστορία των κυρώσεων.

Το παράδοξο: όσο πιέζεται το Ιράν, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος κλιμάκωσης

Η Ουάσινγκτον θέλει οι κυρώσεις να λειτουργήσουν ως εναλλακτική λύση στον πόλεμο.

Υπάρχει, όμως, το ενδεχόμενο να λειτουργήσουν αντίστροφα.

Καθώς η οικονομική κρίση βαθαίνει, η Τεχεράνη μπορεί να θεωρήσει ότι έχει λιγότερα να χάσει. Και εάν οι ΗΠΑ πιέσουν ταυτόχρονα τις χώρες που εξακολουθούν να εμπορεύονται με το Ιράν, το καθεστώς μπορεί να επιχειρήσει να αποδείξει ότι η απομόνωσή του έχει κόστος για ολόκληρη την περιοχή.

Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πιέσεις στις χώρες του Κόλπου, απειλές για τις πετρελαϊκές ροές ή νέες επιθέσεις σε ενεργειακές και ναυτιλιακές υποδομές.

Ο Σίνα Τοούσι, ειδικός για το Ιράν στο Center for International Policy, έχει προειδοποιήσει ακριβώς γι’ αυτόν τον κίνδυνο: η «οικονομική D-Day» μπορεί να παρουσιαστεί ως υποκατάστατο ενός νέου πολέμου, αλλά τελικά να γίνει ένας ακόμη μηχανισμός κλιμάκωσης.

Η αποτυχία δεν θα κριθεί στην Τεχεράνη αλλά στο πεκίνο

Το μεγάλο παράδοξο της νέας αμερικανικής στρατηγικής είναι ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το Ιράν.

Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώσει υπό κυρώσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι ΗΠΑ μπορούν να πείσουν τους εμπορικούς εταίρους της να εγκαταλείψουν το Ιράν.

Και κυρίως εάν μπορούν να αναγκάσουν την Κίνα να το κάνει.

Εάν το Πεκίνο συνεχίσει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, εάν η Ρωσία εξακολουθήσει να συνεργάζεται με την Τεχεράνη και εάν χώρες όπως η Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διατηρήσουν σημαντικά τμήματα του εμπορίου τους, η αμερικανική «οικονομική D-Day» θα έχει σοβαρές διαρροές.

Οι κυρώσεις μπορεί να κάνουν το Ιράν φτωχότερο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα το κάνουν πιο υποχωρητικό.

Και αυτή είναι η βασική αδυναμία του σχεδίου Τραμπ: για να πετύχει τον στόχο του στην Τεχεράνη, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να πείσει χώρες που έχουν τα δικά τους συμφέροντα να συμμετάσχουν στον οικονομικό αποκλεισμό.

Με πρώτη και σημαντικότερη την Κίνα.

Πηγή: tovima.gr

About Author

newsroom

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *