Αυτή η κυβέρνηση δεν δικαιούται να καυχιέται για την καταπολέμηση της διαφθοράς

0
opekepe-myagrotes-22

Έσπευσε ο πρωθυπουργός, στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του, να μιλήσει με υπερηφάνεια για το πώς η κυβέρνησή του δίνει τη «μάχη για τη νομιμότητα» απέναντι στη μεγάλη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά, με αφορμή τις υποθέσεις που έχουν έρθει στη δημοσιότητά για το σκάνδαλο με τα στημένα παιχνίδια στο μπάσκετ και τις μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής στην αλυσίδα Pizza Fun και στην αλυσίδα «Χωριάτικο».

Όμως, δεν ήταν μόνο ο πρωθυπουργός που έδωσε αυτόν τον τόνο, αλλά και μια σειρά από φιλοκυβερνητικά μέσα που περίπου υποστήριξαν ότι αυτή είναι και η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη σε όσους κατηγόρησαν την κυβέρνησή του ότι συγκαλύπτει τη διαφθορά και ότι χρεώνεται μεγάλα σκάνδαλα.

Βεβαίως, μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Όντως ήρθαν στο φως τρεις σκανδαλώδεις υποθέσεις. Και στις τρεις φαίνεται ότι πλευρά του προβλήματος ήταν ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είτε δεν τις είχαν εντοπίσει μέχρι να γίνουν οι καταγγελίες και από αυτές να «ξεδιπλωθεί το κουβάρι», είτε άργησαν να ανταποκριθούν παρότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις.

Στην περίπτωση της Pizza Fun το καθοριστικό δεν ήταν η ικανότητα των ελεγκτικών μηχανισμών να εντοπίζουν τέτοιες πρακτικές αλλά η καταγγελία ενός υπαλλήλου στην Οικονομική Εισαγγελία. Στην περίπτωση του «Χωριάτικου» το ζήτημα δεν ήταν ότι αποκαλύφθηκε ότι υπήρχε εκτεταμένη φοροδιαφυγή, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι για αρκετά χρόνια υπήρχαν ενδείξεις για ξέπλυμα χρήματος και άλλες παραβάσεις, ιδίως μετά την βαριά καταδίκη του ιδιοκτήτη αρκετά χρόνια πριν, όμως η επιχείρηση συνέχισε να λειτουργεί και να φοροδιαφεύγει. Όσο για το σκάνδαλο με την ΕΟΚ, εδώ το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι τέτοιες πρακτικές συνήθως στηρίζονται στην ανοχή ή στην απροθυμία των αρχών να βάλουν φραγμό σε αυτές, κάτι για το οποίο ο αρμόδιος υπουργός Γιάννης Βρούτσης ακόμη δεν έχει δώσει επαρκείς εξηγήσεις.

Βλέπουμε ότι και στις τρεις περιπτώσεις δεν πρόκειται κυρίως για «αποφασιστικά χτυπήματα» στη διαφθορά, αλλά για καταγεγραμμένα πραγματικά ελλείμματα στην ικανότητα της Πολιτείας να προλαμβάνει τέτοια φαινόμενα. Ούτε θα ήταν παράλογο κάποιος να υποστήριζε ότι η σπουδή της κυβέρνησης να τις προβάλει, σχετίζεται και με μια προσπάθεια να πει: «Δείτε πόσα κάνω κατά της διαφθοράς, εσείς που κατηγορείτε για συγκάλυψη σκανδάλων».

 

Μόνο που η σκληρή αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, δικαίως κατηγορείται για συγκάλυψη σκανδάλων. Αρκεί να αναλογιστούμε υποθέσεις όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου ήρθε στο φως το πώς ένας κομματικός μηχανισμός της ΝΔ επιδόθηκε σε συστηματική διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων – σε κλίμακα που έθεσε σε κίνδυνο συνολικά τις αγροτικές επιδοτήσεις για τη χώρα μας – με σκοπό να διαμορφώσει ευνοϊκότερους εκλογικούς συσχετισμούς. Ή το τεράστιο ζήτημα με τις απευθείας αναθέσεις σε «ημετέρους» αλλά και συνολικά τον τρόπο που «αξιοποιήθηκε» το Ταμείο Ανάκαμψης με σκοπό να ευνοηθούν επιχειρήσεις που θα εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους με το να συμβάλουν στο να διαμορφωθεί ένα φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα. Ή το σκάνδαλο Predator, μια από τις πιο σοβαρές εκδοχές κυβερνητικής παραβατικότητας και περιφρόνησης βασικών αρχών του κράτους δικαίου, καθώς αποκαλύφθηκε ότι με επίκεντρο το Μέγαρο Μαξίμου είχε στηθεί ένας μηχανισμός που χρησιμοποιούσε παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό για να παρακολουθεί υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους. Ή, την ίδια την τραγωδία των Τεμπών, όπου η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ανέλαβε την ευθύνη για την μη υλοποίηση των έργων που θα καθιστούσαν ασφαλή τη λειτουργία του σιδηρόδρομου και θα απέτρεπαν το δυστύχημα, αλλά χρεώνεται – και επίσημα αφού αρμόδιος υφυπουργός παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο – το «μπάζωμα» του χώρου του δυστυχήματος που δυσχέρανε σημαντικά τη διερεύνηση του τι όντως έγινε.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων πρόσφατων υποθέσεων σε κανένα βαθμό δεν ισοδυναμεί με μόνιμο και σταθερό μέτωπο κατά της διαφθοράς. Πολύ περισσότερο, μοιάζει με επικοινωνιακό τέχνασμα για να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο έχει στη πλάτη της αρκετά σκάνδαλα, αλλά και έχει προσπαθήσει συστηματικά να χειραγωγήσει και τους θεσμούς που θα μπορούσαν να τα διελευκάνουν. Αρκεί να αναλογιστούμε το τεράστιο πρόβλημα με την επίμονη άρνηση των εισαγγελικών αρχών να διερευνήσουν σε μεγαλύτερο βάθος την υπόθεση των υποκλοπών, ακόμη και όταν έρχονται στο προσκήνιο πλήθος νέα στοιχεία.

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα από δύο βασικές παραμέτρους της κυβερνητικής πολιτικής ήδη από το 2019. Η πρώτη ήταν ότι το κράτος – ιδίως στην εκδοχή του «επιτελικού κράτους», δηλαδή το κράτος όπου το Μέγαρο Μαξίμου έχει τον τελευταίο λόγο – θεωρήθηκε ότι είναι το τρόπαιο των νικητών, ιδίως όταν αυτοί πίστευαν ότι είναι η μόνη παράταξη που δικαιούται να κυβερνά ύστερα από το σύντομο διάλειμμα των «Μαδούρων». Το άλλο ήταν η αντίληψη ότι εφόσον αυτή η κυβέρνηση βοηθούσε και στήριζε την επιχειρηματικότητα, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα εάν αυτό ερχόταν με ανταλλάγματα «προβολής του κυβερνητικού έργου».

Μόνο που όλα αυτά διαμόρφωσαν μια εξαιρετικά προβληματική συνθήκη που καμία σχέση δεν έχει με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πολύ περισσότερο έχει να κάνει με την «κανονικοποίησή» της, με τη μετατροπή της σε συστατικό στοιχείο μιας διακυβέρνησης που φέρεται ως αμετακίνητο «καθεστώς» και με την αλαζονεία να υποστηρίζει πως οποιαδήποτε άλλη εκδοχή διακυβέρνησης θα ήταν «χάος».

Για αυτό τον λόγο και δεν δικαιούται η κυβέρνηση να επαίρεται για τα «χτυπήματα» που έχει καταφέρει στη διαφθορά. Το ακριβώς αντίθετο: είναι μια κυβέρνηση που παγίωσε μια δομική διαφθορά στη σχέση ανάμεσα σε πολιτική εξουσία, ελεγκτικούς και διωκτικούς μηχανισμούς, επιχειρηματικότητα και ενημέρωση, έναν συστημικό «ηθικό κίνδυνο» από τον οποίο θα δυσκολευτούμε να απαλλαγούμε.

ΥΓ Η κυβέρνηση επαίρεται και για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και για τη συνακόλουθη αύξηση των φορολογικών εσόδων, που έχουν τροφοδοτήσει και τα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα που καταγράφονται. Μόνο που σπανίως η κυβέρνηση επιλέγει να εξηγήσει από που προέρχεται η αύξηση των φορολογικών εσόδων. Και αυτό γιατί τότε θα φανεί ότι πέραν της αύξησης του συνολικού όγκου της φορολογίας εισοδήματος καθώς αυξάνονται τα ονομαστικά εισοδήματα, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στον ΦΠΑ. Είναι ενδεικτικό ότι για το 2027 η κυβέρνηση προβλέπει, με βάση το σχέδιο προϋπολογισμού ότι τα έσοδα από ΦΠΑ θα είναι η μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων, καθώς θα αποτελούν το 39,3% των συνολικών φορολογικών εσόδων φτάνοντας τα 30,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Μόνο που ο ΦΠΑ είναι ο κατεξοχήν άδικος φόρος, ο φόρος που πλήττει αναλογικά πολύ περισσότερο τα λαϊκά στρώματα, που διαθέτουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος στην αγορά των απαραίτητων προϊόντων, ένας φόρος που η κυβέρνηση έχει αρνηθεί να μειώσει σε επιλεγμένα προϊόντα και υπηρεσίες ακόμη και εν μέσω μιας μεγάλης κρίσης κόστους ζωής.

 

Γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Πηγή: in.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *