Γλυπτά του Παρθενώνα: Το «δάνειο» που μπλόκαρε τη συμφωνία με το Βρετανικό Μουσείο

0
2023-01-25T155104Z_1125142910_RC2LXY9X2TEQ_RTRMADP_5_GREECE-BRITAIN-MARBLES-1536x980

έντε χρόνια μετά την έναρξη ενός νέου κύκλου επαφών ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και το Βρετανικό Μουσείο, η διαπραγμάτευση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα φαίνεται να έχει φτάσει σε αδιέξοδο.

Σύμφωνα με το αποκλειστικό δημοσίευμα της βρετανικής Telegraph στις 23 Σεπτεμβρίου, οι επαφές Αθήνας και Βρετανικού Μουσείου δεν βρίσκονται σήμερα σε ενεργή φάση και, δεν υπάρχει άμεσο σχέδιο για την επανεκκίνησή τους.

Ως βασική αιτία προβάλλεται η έλλειψη προόδου στο κρίσιμο ζήτημα του καθεστώτος επιστροφής των Γλυπτών, με τη βρετανική πλευρά να κινείται στη λογική του δανεισμού και την ελληνική κυβέρνηση να απορρίπτει την συγκεκριμένη φόρμουλα που συνεπάγεται αναγνώριση της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου.

Η εξέλιξη δεν έρχεται εντελώς απροειδοποίητα. Το χρονολόγιο των τελευταίων δύο ετών δείχνει μια σταδιακή αλλαγή στον δημόσιο λόγο της ελληνικής κυβέρνησης: από το «θετικό κλίμα» και την προσδοκία μιας δημιουργικής λύσης, στην παραδοχή ότι η πρόοδος δεν ήταν η επιθυμητή και, τελικά, στη ρητή αναφορά του δανεισμού ως του βασικού σημείου στο οποίο προσκρούουν οι συζητήσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιο νομικό καθεστώς θα επιστρέψουν στην Ελλάδα τα Γλυπτά.

Οι επαφές της ελληνικής κυβέρνησης με τον Τζορτζ Όσμπορν, πρόεδρο του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου, άρχισαν το 2021 και έγιναν γνωστές δημοσίως το 2022. Στο τραπέζι τέθηκε η ιδέα μιας ευρύτερης «σύμπραξης για τον Παρθενώνα» (Parthenon Partnership), που θα επέτρεπε σε σημαντικό μέρος των Γλυπτών να εκτεθεί στην Αθήνα, ενώ η Ελλάδα θα έστελνε σημαντικές αρχαιότητες στο Λονδίνο για περιοδικές εκθέσεις.

Η διαπραγμάτευση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά τη σοβαρή πολιτική ένταση του Νοεμβρίου του 2023, όταν ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ ακύρωσε αιφνιδιαστικά προγραμματισμένη συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού στο BBC υπέρ της επανένωσης των Γλυπτών. Η ρήξη αφορούσε τις δύο κυβερνήσεις και οι επαφές της Αθήνας με το Βρετανικό Μουσείο και τον Όσμπορν δεν διακόπηκαν.

Στα τέλη του 2024 οι ενδείξεις παρέμεναν αισιόδοξες. Ο Guardian έγραφε ότι οι συνομιλίες ήταν «αρκετά προχωρημένες» και κινούνταν προς μια κατ’ αρχήν συμφωνία, ενώ οι Financial Times ανέφεραν ότι η ελληνική πλευρά θεωρούσε εφικτή μια συμφωνία μέσα στο επόμενο έτος. Τα ίδια δημοσιεύματα, ωστόσο, κατέγραφαν το βασικό εμπόδιο και τη βασική αρχή των διαπραγματεύσεων, την οποία το υπουργείο Πολιτισμού έχει ορίσει δημοσίως πολλές φορές: η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί νομικό πλαίσιο δανεισμού των Γλυπτών που θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση της βρετανικής κυριότητας.

Τον Δεκέμβριο του 2024, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη μιλούσε ακόμη για «θετικό κλίμα» που επιβεβαιωνόταν και από τις δύο πλευρές, σημειώνοντας όμως ότι απαιτούνταν «χρόνος και δουλειά». Υπογράμμιζε επίσης ότι είχε σπάσει ο πολυετής πάγος στις σχέσεις του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού με το Βρετανικό Μουσείο και ότι είχαν πλέον αναπτυχθεί συνεργασίες και ανταλλαγές πολιτιστικών αγαθών.

Η εικόνα είχε αλλάξει έναν χρόνο αργότερα. Στις 18 Νοεμβρίου 2025 ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραδεχόταν δημοσίως ότι «δεν έχουμε σημειώσει την πρόοδο που θα ήθελα», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο οι εργασίες ανακαίνισης στο Βρετανικό Μουσείο και ειδικά στην αίθουσα Duveen να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες. Παράλληλα σημείωνε ότι το ελληνικό αίτημα δεν αφορά μια συνηθισμένη επιστροφή αρχαιοτήτων αλλά την επανένωση τμημάτων ενός μνημείου.

Ο τέως Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 2024. JUSTIN TALLIS/Pool via REUTERS

Η UNESCO έδειξε καθαρά πού βρίσκεται το πρόβλημα

Η πιο σαφής μέχρι σήμερα επίσημη αποτύπωση του αδιεξόδου ήρθε τον Μάιο του 2026.

Μετά τη συνεδρίαση της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους, το υπουργείο Πολιτισμού σημείωνε στις 22 Μαΐου ότι, παρά τις διαρκείς προσπάθειες της ελληνικής πλευράς, «δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα η επιθυμητή πρόοδος».

Και προσδιόριζε ευθέως την αιτία: την επιμονή της βρετανικής πλευράς να αποτελεί ο δανεισμός τη βάση μιας πιθανής λύσης. Η ελληνική αντιπροσωπεία έθεσε επίσης στην UNESCO το ζήτημα του βρετανικού νομοθετικού πλαισίου και ειδικότερα των περιορισμών που αφορούν τη δυνατότητα των εθνικών μουσείων να επιστρέφουν αντικείμενα από τις συλλογές τους στις χώρες προέλευσής τους για ηθικούς λόγους.

Η διατύπωση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα δεν ήταν η απουσία διαλόγου αλλά η αδυναμία συμφωνίας στη νομική μορφή που θα είχε οποιαδήποτε επιστροφή.

Ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της UNESCO είχε και η στήριξη που εξέφρασε η Τουρκία στην ελληνική θέση. Ήδη από το 2024, η τουρκική αντιπροσωπεία είχε δηλώσει ότι στα οθωμανικά αρχεία δεν έχει εντοπιστεί σουλτανικό φιρμάνι που να νομιμοποιεί την αφαίρεση των Γλυπτών από τον λόρδο Έλγιν, όπως επικαλείται το Βρετανικό Μουσείο, θέση που επανέλαβε και το 2026. Η παρέμβαση αυτή ενίσχυσε την ελληνική επιχειρηματολογία γύρω από τις συνθήκες υπό τις οποίες απομακρύνθηκαν τα Γλυπτά, χωρίς πάντως να αίρει το σημερινό νομικό αδιέξοδο που αφορά το καθεστώς μιας ενδεχόμενης επιστροφής τους.

Τις κόκκινες γραμμές των ελληνικών αρχών σε σχέση με τον δανεισμό των Γλυπτών επιβεβαίωσε και μια πρόσφατη εξέλιξη. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε ομόφωνα αρνητικά στο αίτημα της Συλλογής Γλυπτικής Liebieghaus της Φρανκφούρτης για δανεισμό εννέα θραυσμάτων του Παρθενώνα από το Μουσείο της Ακρόπολης. Τα θραύσματα επρόκειτο να παρουσιαστούν στην έκθεση «Η Αθηνά στη σκηνή: Το παζλ του Παρθενώνα», μαζί με δύο θραύσματα  των Γλυπτών που δανείζει το Βρετανικό Μουσείο. Η ελληνική άρνηση συνδέθηκε ακριβώς με αυτή τη συνύπαρξη, καθώς τα θραύσματα από το Βρετανικό Μουσείο ανήκουν στο μνημειακό σύνολο του οποίου η Ελλάδα διεκδικεί την επανένωση χωρίς να αναγνωρίζει την κυριότητα του Βρετανικού Μουσείου επί των γλυπτών.

Γιατί η λέξη «δάνειο» είναι το κλειδί

Το Βρετανικό Μουσείο λειτουργεί βάσει του νόμου του 1963 και οι αποφάσεις για τη διαχείριση της συλλογής ανήκουν στο Συμβούλιο των Επιτρόπων του.

Η επίσημη θέση των επιτρόπων είναι απολύτως σαφής: μπορούν να εξετάσουν αίτημα δανεισμού οποιουδήποτε αντικειμένου, εφόσον το ίδρυμα που το δανείζεται αναγνωρίσει ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι ο ιδιοκτήτης του. Το Μουσείο σημειώνει ότι οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αρνηθεί τόσο να ζητήσουν επισήμως δάνειο όσο και να αναγνωρίσουν τον τίτλο κυριότητας των επιτρόπων επί των Γλυπτών.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η αποδοχή ενός συμβατικού δανεισμού σημαίνει αποδοχή της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου. Η ελληνική θέση είναι ότι πρόκειται για αναπόσπαστα μέρη του Παρθενώνα και ότι το ζητούμενο είναι η επανένωσή τους, όχι η προσωρινή παραχώρησή τους από έναν ιδιοκτήτη προς έναν δανειζόμενο.

Βρετανικό Μουσείο, Γλυπτά του Παρθενώνα. Shutterstock

Το προηγούμενο του θραύσματος Fagan

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο προκρίθηκε ως λύση το προηγούμενο του θραύσματος Fagan.

Το θραύσμα από την ανατολική ζωφόρο του Παρθενώνα, το οποίο βρισκόταν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Antonino Salinas του Παλέρμο, επέστρεψε τον Ιανουάριο του 2022 στο Μουσείο της Ακρόπολης όχι ως δάνειο αλλά με τη μορφή μακροχρόνιας κατάθεσης (deposit), αρχικά για τέσσερα χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα τέσσερα.

Η συμφωνία δεν στηρίχθηκε στην τυπική σχέση δανειστή και δανειζόμενου, με την ελληνική πλευρά να επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη λύση δείχνει πως, όταν υπάρχει πολιτική βούληση ανάμεσα στα μουσεία και τις αρμόδιες αρχές, μπορεί να βρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή φόρμουλα.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 31 Μαΐου 2022, το ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε την οριστική εξαγωγή του θραύσματος, ολοκληρώνοντας τη μόνιμη επιστροφή του στην Ελλάδα.

Η ίδια επιχειρηματολογία επανήλθε αυτές τις μέρες – σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού στην Αθήνα (24 Σεπτεμβρίου 2026) – στην ομιλία της Λίνας Μενδώνη σε παράλληλη δράση που αφορούσε στην προστασία και τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών, στο πλαίσιο της Εβδομάδας Υψηλού Επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.

Η υπουργός Πολιτισμού αναφέρθηκε στη συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας για την επιστροφή του θραύσματος Fagan ως παράδειγμα διακρατικής συνεννόησης, αλλά και στην πρόσφατη επιστροφή έξι πολιτιστικών αγαθών από την Ελλάδα στην Αίγυπτο. Μέσα από τα δύο αυτά παραδείγματα υπογράμμισε ότι οι επιστροφές πολιτιστικών αγαθών μπορούν να αποτελούν αφετηρία νέων συνεργασιών μεταξύ κρατών και συνέδεσε αυτή τη λογική με το αίτημα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, τονίζοντας ότι «η επανένωσή τους δεν είναι για την Ελλάδα μόνο ζήτημα κυριότητας επιμέρους έργων, αλλά ζήτημα αποκατάστασης της ακεραιότητας ενός μοναδικού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι, ταυτόχρονα, ζήτημα ηθικής, επιστημονικής όσο και πολιτικής προσέγγισης.»

Η βρετανική κυβέρνηση δεν αλλάζει τον νόμο

Παρ’ όλα αυτά, η λύση του deposit δεν φαίνεται να ευδοκίμησε. Οι βρετανικές κυβερνήσεις δηλώνουν επανειλημμένα ότι οι αποφάσεις για τα Γλυπτά ανήκουν στους επιτρόπους του Βρετανικού Μουσείου, οι οποίοι όμως πρέπει να κινούνται μέσα στα όρια του νόμου.

Τον Ιούλιο του 2025, το υπουργείο Πολιτισμού της Βρετανίας σημείωνε σε κοινοβουλευτική απάντηση, ότι δεν υπήρχε σχέδιο αλλαγής της νομοθεσίας ώστε να επιτραπεί η μόνιμη μετακίνηση των Γλυπτών.

Τον Ιούνιο του 2026 ο αρμόδιος υπουργός Ίαν Μάρεϊ επανέλαβε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι οι συζητήσεις του Τζορτζ Όσμπορν με την ελληνική κυβέρνηση αφορούσαν μια συνεργασία που θα μπορούσε να περιλαμβάνει αμοιβαίους δανεισμούς, προσθέτοντας ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν θα εμπόδιζε μια τέτοια συμφωνία.

Η θέση επιβεβαιώθηκε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στις 10 Σεπτεμβρίου 2026. Η βουλευτής των Εργατικών Κλερ Χέιζελγκροου έθεσε το ερώτημα αν το υπουργείο είχε εξετάσει τα ενδεχόμενα οφέλη από τροποποίηση του νόμου του 1963, ώστε να επιτρέπεται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η οριστική μεταβίβαση αντικειμένων από τη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου, αναφέροντας ρητά τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Ο Ίαν Μάρεϊ απάντησε ότι καμία τέτοια αξιολόγηση δεν είχε γίνει και ότι η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει αλλαγή του νόμου που θα επέτρεπε τη μόνιμη μετακίνησή τους.

Ο Κάλιναν και η Ταπισερί της Μπαγιέ

Σε αυτό το πλαίσιο έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι πρόσφατες δηλώσεις του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου Νίκολας Κάλιναν στους Financial Times.

Με αφορμή τον δανεισμό της Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία στη Βρετανία και την έκθεσή της στο Βρετανικό Μουσείο, ο Κάλιναν υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να υπάρξει πρόοδος και στην υπόθεση των Γλυπτών.

Η σύγκριση, ωστόσο, ενέχει ουσιαστικές διαφορές: στην περίπτωση της Ταπισερί της Μπαγιέ δεν υπάρχει διαφωνία ως προς την κυριότητα. Η Γαλλία τη δανείζει στο Ηνωμένο Βασίλειο και το ιδιοκτησιακό της καθεστώς δεν αμφισβητείται. Στην περίπτωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, αντίθετα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς αποτελεί τροχοπέδη στη συμφωνία.

Η αλλαγή στάσης του νέου πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου

Πριν αναλάβει την πρωθυπουργία, ο Μπέρναμ είχε ταχθεί καθαρά υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών. Το 2023 είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο να ζητήσει να επιστραφούν «χωρίς όρους». Ως πρωθυπουργός, όμως, εμφανίστηκε σαφώς πιο επιφυλακτικός. Σε συνέντευξή του στους Financial Times στα τέλη Αυγούστου παρέπεμψε πλέον την υπόθεση στο Βρετανικό Μουσείο, χωρίς να επαναλάβει την προηγούμενη θέση του υπέρ της άνευ όρων επιστροφής.

Η μετατόπιση έχει σημασία, γιατί δείχνει ότι και η νέα κυβέρνηση στη Βρετανία δεν εμφανίζεται διατεθειμένη μέχρι στιγμής να αναλάβει το πολιτικό κόστος σε σχέση με την ικανοποίηση των αιτημάτων της ελληνικής πλευράς και την οποιαδήποτε αλλαγή του νομικού καθεστώτος προς διευκόλυνση της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα στη γενέθλια γη τους.

Έτσι, η πληροφορία ότι οι συνομιλίες έχουν ουσιαστικά σταματήσει μοιάζει λιγότερο με αιφνίδια κατάρρευση μιας συμφωνίας που βρισκόταν προ των πυλών και περισσότερο με την κατάληξη ενός προβλήματος που υπήρχε σε όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης.

Το 2024 υπήρχε θετικό κλίμα και οι επαφές είχαν προχωρήσει. Το 2025 η ελληνική πλευρά άρχισε να παραδέχεται δημόσια ότι η πρόοδος ήταν μικρότερη από την επιθυμητή. Τον Μάιο του 2026 το ΥΠΠΟ κατονόμασε πλέον ρητά το ζήτημα του δανεισμού ως εμπόδιο. Και τον Σεπτέμβριο τόσο η βρετανική κυβέρνηση όσο και το Βρετανικό Μουσείο εξακολουθούν να επικαλούνται σε σχέση με τα Γλυπτά του Παρθενώνα το ισχύον πλαίσιο δανεισμών και πολιτιστικών ανταλλαγών.

Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πώς μπορούν τα Γλυπτά να επανενωθούν στην Αθήνα χωρίς η Ελλάδα να αποδεχθεί ότι τα παραλαμβάνει ως δάνειο από έναν ιδιοκτήτη του οποίου την κυριότητα δεν αναγνωρίζει.

 

Άντα Δαλιάκα

Πηγή: tovima.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *