Μπιλ Κλίντον – Μόνικα Λεβίνσκι: Η νύχτα της 17ης Αυγούστου 1998
Η Αμερική έκλεισε, εκείνο το βράδυ, την τηλεόραση έχοντας ακούσει μια ομολογία ενοχής. Στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, όμως,
Η Αμερική έκλεισε, εκείνο το βράδυ, την τηλεόραση έχοντας ακούσει μια ομολογία ενοχής. Στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, όμως, μόλις άνοιγε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαιά της.
Ηταν 17 Αυγούστου 1998. Στο ισόγειο του Λευκού Οίκου, η Αίθουσα των Χαρτών είχε αδειάσει και φωτιστεί ειδικά για μία μόνο κάμερα. Ο Μπιλ Κλίντον καθόταν μόνος απέναντι στον φακό.
Λίγες ώρες νωρίτερα είχε παραδεχθεί ενόρκως ότι διατηρούσε «ανάρμοστη σχέση» με τη Μόνικα Λεβίνσκι. Τώρα έπρεπε να το πει και στους Αμερικανούς. Τέσσερα λεπτά αρκούσαν για να αλλάξει οριστικά η εικόνα της προεδρίας του.
Από την κατηγορηματική διάψευση στην ομολογία
Επτά μήνες νωρίτερα, ο Μπιλ Κλίντον είχε επιλέξει την απόλυτη άρνηση. Στις 26 Ιανουαρίου 1998, ενώ οι καταγγελίες για τη σχέση του με τη νεαρή ασκούμενη του Λευκού Οίκου είχαν ήδη αρχίσει να προκαλούν πολιτικό σεισμό, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ εμφανίστηκε δημόσια και διέψευσε κατηγορηματικά ότι είχε σεξουαλική σχέση μαζί της.
Η φράση έμεινε στην ιστορία. Δεν ήταν μια αμήχανη προσπάθεια αποφυγής της απάντησης. Ηταν μια απόλυτη πολιτική δήλωση, ειπωμένη μπροστά στις κάμερες, με τη Χίλαρι Κλίντον να βρίσκεται στο πλευρό του.
Ο Κλίντον κέρδισε χρόνο. Δεν κέρδισε όμως την υπόθεση.
Η υπόθεση είχε ήδη συνδεθεί με την ευρύτερη έρευνα γύρω από τον Κλίντον, η οποία είχε ξεκινήσει από την υπόθεση Whitewater και είχε επεκταθεί σε καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση.
Η Λίντα Τριπ και η έρευνα που δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει
Καθοριστικό πρόσωπο στην αποκάλυψη της σχέσης ήταν η Λίντα Τριπ, πρώην εργαζόμενη στον Λευκό Οίκο και φίλη της Μόνικα Λεβίνσκι.
Η Τριπ είχε καταγράψει κρυφά τηλεφωνικές συνομιλίες με τη Λεβίνσκι, στις οποίες η νεαρή γυναίκα μιλούσε για τη σχέση της με τον πρόεδρο.
Οι πληροφορίες έφτασαν στον Κένεθ Σταρ και η υπόθεση πήρε πλέον τον δρόμο μιας επίσημης έρευνας. Οι ανακριτές αναζητούσαν στοιχεία, μαρτυρίες και αποδείξεις που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν όσα είχαν καταγγελθεί.
Και τότε εμφανίστηκε ένα από τα πιο διάσημα αντικείμενα στην πολιτική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: ένα μπλε φόρεμα.
Η Λεβίνσκι το είχε κρατήσει και δεν το είχε καθαρίσει. Αργότερα, η εξέταση του φορέματος παρείχε αποδεικτικά στοιχεία που συνέδεαν τον πρόεδρο με τη σεξουαλική σχέση. Η υπόθεση, που μέχρι τότε μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως μια ιστορία καταγγελιών και αντικρουόμενων ισχυρισμών, αποκτούσε πλέον ένα εξαιρετικά δύσκολο για τον Λευκό Οίκο αποδεικτικό στοιχείο.
Τέσσερις ώρες απέναντι στους δικαστές
Στις 17 Αυγούστου, ο Κλίντον βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτοφανή πολιτική και νομική δοκιμασία.
Μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, από τον Λευκό Οίκο, κατέθεσε ενώπιον ομοσπονδιακού ανώτατου δικαστηρίου. Η διαδικασία διήρκεσε περισσότερες από τέσσερις ώρες.
Αυτή τη φορά δεν μπορούσε απλώς να επαναλάβει την προηγούμενη δημόσια διάψευση.
Η νομική πίεση είχε γίνει τεράστια. Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν μόνο η σχέση με τη Λεβίνσκι, αλλά η προηγούμενη κατάθεσή του στο πλαίσιο της υπόθεσης σεξουαλικής παρενόχλησης της Πόλα Τζόουνς.
Ο Κλίντον προσπάθησε να κινηθεί μέσα στις λεπτομέρειες, στις διατυπώσεις και στους ορισμούς. Η πολιτική του εμπειρία τον είχε μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως ασπίδα. Αυτή τη φορά όμως η κεντρική πραγματικότητα δεν μπορούσε πλέον να κρυφτεί.
Παραδέχθηκε ότι είχε διατηρήσει «ανάρμοστη φυσική σχέση» με τη Λεβίνσκι. Απέμενε το δυσκολότερο: να την εξηγήσει στην Αμερική.
Το ίδιο βράδυ ο Λευκός Οίκος προετοίμασε το τηλεοπτικό διάγγελμα. Δεν υπήρχαν χειροκροτήματα. Δεν υπήρχαν πολιτικοί σύμμαχοι. Δεν υπήρχαν σημαίες τοποθετημένες έτσι ώστε να δημιουργούν την εικόνα μιας κλασικής προεδρικής ομιλίας.
Ο Κλίντον εμφανίστηκε σοβαρός, σχεδόν ακίνητος, απέναντι σε μία κάμερα.
«Πράγματι, είχα μια σχέση με τη δεσποινίδα Λεβίνσκι, η οποία δεν ήταν πρέπουσα» («Indeed, I did have a relationship with Miss Lewinsky that was not appropriate»), είπε.
Η φράση ήταν η δημόσια παραδοχή αυτού που επί μήνες αρνιόταν.
Στη συνέχεια αναγνώρισε ότι η σχέση ήταν λανθασμένη και ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη. Παραδέχθηκε επίσης ότι οι δημόσιες δηλώσεις του και η σιωπή του είχαν δημιουργήσει μια ψευδή εικόνα και ότι είχε παραπλανήσει ανθρώπους, ακόμη και τη σύζυγό του.
Η ομιλία κράτησε περίπου τέσσερα λεπτά. Μετά ο πρόεδρος σηκώθηκε και απομακρύνθηκε από την κάμερα. Χωρίς ερωτήσεις. Χωρίς δημοσιογράφους να τον πιέζουν. Χωρίς πολιτικούς συνεργάτες να επιχειρούν να ελέγξουν το μήνυμα.
Η Αμερική παρακολούθησε έναν πρόεδρο να καταρρέει δημόσια
Το σκάνδαλο Κλίντον-Λεβίνσκι είχε πλέον ξεπεράσει τα όρια της προσωπικής ζωής ενός προέδρου.
Η Αμερική παρακολουθούσε σε πραγματικό χρόνο μια σύγκρουση ανάμεσα στην ιδιωτική συμπεριφορά, τη δημόσια εξουσία, τη δικαιοσύνη και την πολιτική ηθική.
Για πολλούς Αμερικανούς ο Κλίντον παρέμενε ένας εξαιρετικά επιτυχημένος πρόεδρος που είχε παρασυρθεί από τις προσωπικές του αδυναμίες. Για άλλους, το ζήτημα δεν ήταν η απιστία αλλά το γεγονός ότι είχε αρνηθεί τη σχέση και είχε βρεθεί αντιμέτωπος με κατηγορίες για ψευδορκία και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης.
Τα μέσα ενημέρωσης μετέτρεψαν την υπόθεση σε καθημερινό θέαμα.
Η υπόθεση έγινε τηλεοπτικό προϊόν, πολιτικό όπλο και αντικείμενο ατελείωτων συζητήσεων. Οι σατιρικές εκπομπές την αξιοποίησαν καθημερινά, ενώ η αμερικανική κοινή γνώμη διχάστηκε ανάμεσα στην προσωπική καταδίκη και την πολιτική αξιολόγηση του προέδρου.
Και το παράδοξο ήταν εντυπωσιακό: ο Κλίντον μπορούσε να χάνει την προσωπική εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε υψηλά ποσοστά αποδοχής για τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε τα προεδρικά του καθήκοντα.
Από την ομολογία στην παραπομπή
Η δημόσια παραδοχή της 17ης Αυγούστου δεν έβαλε τέλος στην υπόθεση. Αντίθετα, άνοιξε το επόμενο και ακόμη πιο δραματικό κεφάλαιο.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων προχώρησε προς την παραπομπή του προέδρου και στις 19 Δεκεμβρίου 1998 ο Κλίντον έγινε μόλις ο δεύτερος πρόεδρος στην αμερικανική ιστορία που παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον της Γερουσίας.
Τα άρθρα της παραπομπής αφορούσαν την ψευδορκία και την παρεμπόδιση της δικαιοσύνης.
Η διαδικασία στη Γερουσία ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 1999. Ο Κλίντον αθωώθηκε και παρέμεινε στην προεδρία μέχρι τη λήξη της δεύτερης θητείας του.
Το σκάνδαλο, επομένως, δεν κατάφερε να τον απομακρύνει από τον Λευκό Οίκο.
Κατάφερε όμως να αλλάξει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα καταγραφόταν η προεδρία του.
Η Χίλαρι, το «χαστούκι» και οι παλιοί δαίμονες
Έξι χρόνια αργότερα, το 2004, ο Κλίντον επέστρεψε στο θέμα μέσα από την αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου».
Το βιβλίο των 957 σελίδων δεν ήταν απλώς μια πολιτική αναδρομή. Σημαντικό μέρος του ήταν αφιερωμένο στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, στην οικογενειακή του ζωή και στις εμπειρίες που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν διαμορφώσει την προσωπικότητά του.
Ο Κλίντον μίλησε για τον πατριό του, Ρότζερ Κλίντον, τον οποίο περιέγραψε ως βίαιο και αλκοολικό, και για ένα σπίτι στο οποίο, όπως έγραψε, τα παιδιά μάθαιναν να μη ρωτούν και να μη μιλούν για όσα συνέβαιναν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τοποθέτησε και τις δικές του μεταγενέστερες επιλογές.
Η σχέση με τη Λεβίνσκι, υποστήριξε, αποτελούσε έκφραση «παλιών δαιμόνων» και ενός εσωτερικού διχασμού που τον ακολουθούσε επί χρόνια.
Δεν επιχείρησε να αρνηθεί την ευθύνη.
Αντίθετα, ζήτησε εκ νέου συγγνώμη, χαρακτηρίζοντας τη σχέση «τρομακτικό ηθικό σφάλμα» και παραδεχόμενος ότι είχε κάνει κάτι «απλώς και μόνο επειδή μπορούσε να το κάνει».
Για τη Χίλαρι, η αποκάλυψη ήταν, όπως περιέγραψε, καταστροφική. Ο Κλίντον έγραψε ότι η αντίδρασή της ήταν σαν να την είχε χαστουκίσει και αποκάλυψε ότι μετά την ομολογία του η συζυγική τους ζωή πέρασε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο.
Η διπλή ζωή του προέδρου
Ισως η πιο χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποίησε ο Κλίντον αργότερα για να περιγράψει τον εαυτό του ήταν εκείνη των «δύο παράλληλων ζωών».
Από τη μία πλευρά υπήρχε ο πολιτικός που είχε καταφέρει να φτάσει στον Λευκό Οίκο, να κερδίσει δύο προεδρικές εκλογές και να αφήσει σημαντικό πολιτικό αποτύπωμα.
Από την άλλη υπήρχε ένας άνθρωπος που, όπως παραδεχόταν ο ίδιος, κουβαλούσε προσωπικές αδυναμίες και μια τάση αυτοκαταστροφής.
Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δεν έπεισε όλους.
Οι κριτικοί της αυτοβιογραφίας θεώρησαν ότι ο Κλίντον αφιέρωνε υπερβολικό χώρο στην προσωπική ψυχολογία και στις αυτοκριτικές του, ενώ η πολιτική αφήγηση έμοιαζε σε σημεία να υποχωρεί.
Κάποιοι μίλησαν ειρωνικά για «ψυχολογικές σαπουνόφουσκες» και ατελείωτα mea culpa.
Η κριτική είχε έναν πυρήνα που θα ακολουθούσε τον Κλίντον για χρόνια: πόσο μπορεί ένας πολιτικός να εξηγήσει τα λάθη του χωρίς η εξήγηση να μοιάζει με δικαιολογία;
Η υπόθεση Κλίντον-Λεβίνσκι δεν ήταν ένα σημείο καμπής για τη σχέση πολιτικής, μέσων ενημέρωσης και ιδιωτικής ζωής.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το Διαδίκτυο άρχιζε να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ειδήσεις διαδίδονταν. Η υπόθεση έγινε ένα από τα πρώτα μεγάλα πολιτικά σκάνδαλα που έδειξαν πόσο γρήγορα μια πληροφορία μπορούσε να περάσει από τις αίθουσες των ερευνητών και των εφημερίδων στο σπίτι κάθε Αμερικανού.
Ταυτόχρονα, δημιούργησε ένα δύσκολο ερώτημα που δεν απαντήθηκε ποτέ οριστικά: πότε μια προσωπική πράξη ενός πολιτικού γίνεται υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος;
Για τους επικριτές του Κλίντον, η απάντηση ήταν απλή: από τη στιγμή που ο πρόεδρος παραπλανά τη δικαιοσύνη και την κοινή γνώμη.
Για τους υποστηρικτές του, η αντίδραση του πολιτικού συστήματος ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τη φύση της αρχικής πράξης.
Τέσσερα λεπτά που έμειναν στην ιστορία
Το βράδυ της 17ης Αυγούστου 1998 δεν υπήρξε κάποια πολεμική ανακοίνωση, κάποια παραίτηση ή κάποια θεαματική πολιτική απόφαση.
Ο Μπιλ Κλίντον είχε ήδη περάσει τέσσερις ώρες απαντώντας σε ερωτήσεις υπό όρκο. Το ίδιο βράδυ χρειάστηκε μόλις τέσσερα λεπτά για να παραδεχθεί δημόσια αυτό που επί μήνες αρνιόταν.
Η σχέση με τη Μόνικα Λεβίνσκι δεν του κόστισε τελικά την προεδρία. Του κόστισε όμως κάτι που για έναν πολιτικό ήταν πολύ πιο δύσκολο να ανακτήσει: την εικόνα του ανθρώπου που μπορεί να κοιτάζει την κοινωνία στα μάτια και να λέει την αλήθεια.
Και ίσως γι’ αυτό εκείνη η σύντομη τηλεοπτική εμφάνιση παραμένει τόσο χαρακτηριστική.
Γιατί μέσα σε τέσσερα λεπτά κατέρρευσε η απόσταση ανάμεσα στον Μπιλ Κλίντον που παρουσίαζε ο Λευκός Οίκος και στον Μπιλ Κλίντον που ο ίδιος αναγκάστηκε τελικά να αποκαλύψει.
Πηγή: tovima.gr


